28.10.09

Η Καλκαν - Ντερελίδισσα [ η απλώς... Φωτιά και Πάθος]

Photobucket









Μια μέρα, ήταν Απρίλης, βρισκόμουνα στο χυτήριο μοναχός Ο Μάστρο-Μάρκος με δύο άλλους, έναν τεχνίτη και το βοηθό του, είχαν πάει να παραδώσουν δουλειά. Ο άλλος μάστορας δεν είχ' έρθει κείνη τη μέρα και το τσιράκι του βρήκε καιρό να το σκάσει για να ρεμπελέψει ποίος ξέρει που. Ήτανε μεσημέρι περασμένο. Εγώ είχα φάει και αναπαυτεί για λίγο πίνοντας το γλυκύ βραστό μου στο καφενεδάκι που ήταν στο σοκάκι με τα «ντοκμεντζίδικα» ~ τα χυτήρια. Δεν ήταν πολλή ώρα είχα καταπιαστεί να δουλεύω, όταν μου φάνηκε ξαφνικά πώς το μαγαζί σκοτείνιασε. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία. Όμως σε λίγο αυτό άρχισε να με δυσκολεύει στη δουλειά μου. Σα να είχαν βάλει κάτι στην είσοδο κι εμπόδιζε το φώς να μπεί. Γύρισα και κοίταξα κατά την πόρτα που ήταν το μοναδικό άνοιγμα του μαγαζιού.

Στο κατάφωτο χαμηλό τόξο της στεκότανε μια παράξενη σιλουέτα: μια γυναίκα με μακριά φουστάνια, πολύ φαρδιά κάτω. Τα μπράτσα της, τεντωμένα, στηρίζονταν στην καμάρα της πόρτας, λές και ήθελς να εμποδίσει κάποιον να βγεί. Έτσι καθώς ήταν κόντρα στον ήλιο, δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω το πρόσωπο της. Αυτό και τα ρούχα της, όλα μαζί, είχαν κάτι χρώματα ανάκατα, θαμπά και μουντά. Μόλις είδε πώς την κοιτάζω:

-Ντελικανλή μου ~ παλικάρι μου ~, είπε τούρκικα, να δώ τη μοίρα σου;

Ήτανε μια κατσιβέλα, μια τουρκογύφτισσα καλκανντρελίδισα, απ' το τσιγγανοχώρι του Κεατχανέ, το Καλκάν-Ντερέ. Μπήκε ίσα στο μαγαζί. Τότες πήρε άλλη όψη, άλλη ζωή. Την ξεχώρισα σε όλες τις λεπτομέρειες: κοπέλα καλοκαμωμένη, σαρκόλιγνη, χαλκόχρωμη και λυγερή σα ζαρκάδι, ντυμένη όπως όλες οι γύφτισσες με παρδαλά φουστάνια λουλουδάτα φαρδιά στο κάτω με πολλού φαρμπαλάδες, κοντοκάπι κατηφεδένιο και φακιόλι κίτρινο στο κεφάλι. Είχε κι ένα χτυπητό λουλούδι άλικο στ' αυτί. Ερχότανε κατα μένα, αργά-αργά, σειστή και λυγιστή. Καθώς βάδιζε τα μακριά κυματιστά φουστάνια της σηκώναν απ' το χώμα μιαν άχνη που την τύλιγε σαν χρυσή σκόνη και σπίθιζε στην αντηλιά.

Σταμάτησα τη δουλειά μου και την κοίταζα. Δεν καταλάβαινα τι γινότανε μέσα μου. Μου φάνηκε σα να είχε μπεί η φωτεινή και χαρούμενη άνοιξη στο σκοτεινό και πνιχτικό μαγαζί μας. Ένιωθα μέσα μου να γεννιούνται, ανάκατα, παράξενα συναισθήματα... Χαμογελούσε, τα μάτια της φέγγανε. τα δόντια της γυαλίζανε υγρά και κατάλευκα και τα χείλια της φαντάζανε πιο κόκκινα.

-Καρασακλή μου, ~ μαυρομάτη μου ~, είπε όταν ήρθε κοντά μου, δωσ' μου το χέρι σου να σου πώ την τύχη σου. Την τύχη των ματιών σου που σφαδάζουνε καρδιές.

Της το έδωσα και την κοίταζα ολόκληρη, με λαχτάρα τώρα. Σαν έπιασα το δικό της χέρι μου φάνηκε καυτό σαν τη φωτιά.

-Τα μάτια μου είναι μάυρα απ' τα κάρβουνα - της είπα - γελιέσαι.

-Το μάλαμα όσο κι αν το ερώσεις, πάντα μάλαμα είναι - μου αποκρίθηκε, κοιτάζοντας με επίμονα.

Σήκωσε το πόδι της, το ακούμπησε πάνω σε μια στοίβα μαντέμια, αφίνοντας το ταγάρι της να κυλιστεί χάμω. Τα φουστάνια της θροϊσανε σα βαθιά ανάσα που έβγαινε απ' όλο της το κορμί.

-Σιγά, θα καείς - της είπα. Και μαζεύοντας τους φαρμπαλάδες του ποδαριού της, έπιασα το γυμνό της πόδι.

-Πιο πολύ απ' ό,τι έχω καεί; - μου είπε και με κοίταξε κατάματα πιάνονατς με άπ' τα γυμνά μου μπράτσα. Έπρεπε να ήταν πολύ όμορφη εκείνη τη στιγμή, Με μιά κίνηση ξέφυγα άπ' το πιάσιμο της, την άρπαξα στην αγκαλιά μου, και της έδωσα ένα δυνατό, κολλητό φιλί, στα ριριζά του λαιμού, στην αρχή του ζεστού της κόρφου.

-Θα με ρίξεις κάτω «καπλάνη» μου, ~ τίγρη μου~, φώναξε γελώντας. Και μ' έσφιγγε και με φιλούσε κι αυτή.

-Δε σε ρίχνω εδώ - της είπα - Έλα. Και δίχως να την αφήσω απ' τα αγκάλιασμα μου, σαν αρπαχτικό που κρατάει γερά τη λεία του, την έφερα, σηκωτή πές, στο πίσω μέρος του χυτήριου, εκεί που ήταν στοιβαγμένες οι «χελώνες», ~ τ' άχυτα μαντέμια ~.

Δεν έφερε καμιάν αντίσταση. Μ' έσφιγγε μόνο και με φιλούσε όπως κι εγώ αυτήνα, παράφορα. Αλόγιαστα βρεθήκαμε χάμω, πάνω στην παχιά, χλιαρή γής. Εκεί που βρισκόμασταν ήταν το πθιο σκοτεινό μέρος του μαγαζιού. Όξω ο ήλιος έλαμπε κι ανάμεσο μας η σκόνη, που είχαν σηκώσει τα βαριά βήματα μου και τα σερνάμενα φουστάνια της, έκανε σα μια κουρτίνα. Η καλκαν-ντερελίδισσα ψιθύριζε:

-«Ασλάνι» μου, ~ λιοντάρι μου ~, όπως σε λαχτάρησα είσαι! Και με φιλούσε παθιασμένα. Εγώ δεν έλεγα τίποτα... Βογκούσα...

Όταν σηκωθήκαμε η σκόνη είχε κατακάτσει. Τώρα το φώς, εκεί που ήμασταν ήτανε πιο καθαρό. Τότες αντίκρυσα στα ρούχατης απάνω, σ' όλο της το μπόι, τις μαυρίλες που είχε αφήσει το κορμί μου, το μαυρισμένο απ' τους καπνούς και τη φωτιά.

-Δες τι σου έκανα - της είπα λυπημένος. Με χάιδεψε με το ένα χέρι της και με τ' άλλο τινάζοντας τις μαυρίλες:

-Μην πικραίνεσαι - μου κάνει - Ασίκη μου. Είσ' εσύ ολόκληρος απάνω μου, όπως είσαι και μέσα μου.

Κι εσύ είσαι ακόμα εκεί - της είπα χαμογελώντας. Κι έδειξα το καλούπι που είχε κάνει το σώμα της, ανάσκελα, μέσα στην παχιά γής. Λέλασε και είπε:

-Αξίζεις, σεβνταλή μου.

Εγώ πάλι την αγκάλιασ κι άρχισα να τη φιλώ όπου λάχει: - «Λυγερή μου» της έλεγα - «είσαι λεβέντισσα, ντερμπεντέρισσα, σαν τη ράτσα σου». Ξεγλίστρησε απαλά απ' την αγκαλιά μου, μ' έπιασε απ' το χέρι και: - «έλα πάμε» - μου λέει, και με τράβηξε κατά την έξοδο του μαγαζιού. Πρίν φτάσουμε εκεί: - «Δώσε μου το αριστερό σου χέρι» - μου κάνει - "το χέρι της καρδιάς. Να σου πώ τη μοίρα σου την καλή...»

-Πανώρια μου - της αποκρίθηκα - πιο καλή μοίρα από τούτη που δοκίμασα τι τη θέλω; Ούτε μπορεί να γίνει.

-Και τα λόγια σου - είπε εκείνη - όχι μόνο τα μάτια σφάζουν καρδιές. Τσαχπίνη! Και με φίλησε τρυφερά.

Τίναξε άλλη μια φορά τα ρούχα της που θροϊσανε σα χαρούμενα, έσιαξε το φακιόλη της και πρίν προφτάσω να την αγκαλιάσω πάλι, βρέθηκε ανάλαφρη και πηδηχτή στο άνοιγμα. άνοιξε τα μπράτσα της, τα στύλωσε στο φωτεινό τόξο, και:

-Καπλάνι μου - έιπε - θα σου ξανάρθω. Κι έφυγε Βγήκα τρεχάτος καταπόδι της. Μα στην πόρτα απ' όξω, άθελα μου, στάθηκα για να την καμαρώσω, Είχε πιάσει με το 'να χέρι την ακριά του φακιολιού, το άλλο το είχε ακουμπήσει στο γοφό της, σα χέρι στάμνας, και με το κεφάλι λίγο πλάι, γυρτό μπροστά - σα να χαιρόταν με τα μάτια την κοιλιά της - πήγαινε σα να χαίρονταν με τα μάτια την κοιλιά της - πήγαινε σειστή και λυγιστή μέσα στο ηλιόφως. Το ταγάρι αργοκουνιόνταν πίσω της, λες και της χάιδευε τους γοφούς.

Όταν γύρισε ο Μαστρο-Μάρκος και πήγε ν' αφήσει τα ρουχα του στο πισωμάγαζο, είδε το λάκκο. Σα να ξαφνιάστηκε:

-Βρε ψηλέκαρε - φώναξε, έτσι μ' έλεγε - τι είναι τούτο; Τι μηχανεύτηκες πάλι;

-Δεν είναι τίποτα - του αποκρίθηκα βαριά-βαριά.

Έσκυψα, πήρα το άλικο λουλούδι της τσιγγάνας που είχε πέσει εκεί, και με το πόδι μου γιόμισα, αργά-αργά, το λάκκο με χώμα.






Μα η καλκαν-ντερελίδισσα δεν ξαναφάνηκε...
••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••


! «Aπόσπασμα από το βιβλίο του Π. Ν. Τζελεπή: Ιστορίες του Νταή-Σταβρή ...στον καιρό των Σουλτάνων...
"Ιστορίες από τη ζωή των ταπεινών στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα", Εκδόσεις Τροχαλία 2003»
¡

Το κομμάτι που σας επέλεξα είναι μια σύνθεση του Anouar Brahem.

21.10.09

Έν Χορδές [Ανατολικές]

Photobucket

Καθώς τα δοξάρια τρέχουν πάνω στις χορδές, και γλυκά το όνειρο σε παίρνει μακριά, πριν τα βλέφαρα σου κλείσεις, ατένισε. Εδώ είναι Ανατολή. Σεργίανισε στους μαχαλάδες, και ξαπόστασε στα χάνια των καραβανιών. Κίνησε στους δρόμους του μεταξιού και χάσου μες τις στέπες της μακρινής και ατίθασης Μογγολίας. Κι ύστερα στoυς κάμπους, τους αχανείς της Ρουμανίας, θα μάθεις για την ελευθερία. Θα γυρίσεις στους Πολίτικους τεκέδες, να ακούσεις τις έμορφες κοπέλες, μέσα σε καπνούς και υψηλούς λουλάδες να αφήσεις την ψυχή σου ελέυθερη. Και το όνειρο βαθαίνει. Χρώματα, ήχοι, χοροί, περίφανοι Βαλκάνιοι, τροβαδούροι μιας άλλης εποχής. Είσαι ευπρόσδεκτος. Όνειρα γλυκά








Cello (Improvisation Rebab Cello) - Bosphorus And Mode Plagal
Arwan Tawtai - Urna Chahar-Tugchi
Mahur Taxim - Tamburi Cemil Bey
Balada Conducatorolui - Nicolai Neausescu
Ο Δερβίσης και η Ρήτα - Ρήτα Αμπατζή
Turceasca - Τaraf De Haidouks
Adje Jano - Nigel Kennedy & The Kroke Band
Hora Lui Sile - Ion Petre Stoican

Download mp3 (Save_Target As)

7.9.09

Jamaica 1960

Photobucket

Kαι ήτανε τότε που τα ραδιόφωνα φέρναν τους ήχους της Μαύρης μουσικής, από τον Νότο της Αμερικής: Μαϊάμι, Φλόριντα, Νέα Ορλεάνη, Μισσισσίπι, στούς δρόμους και στα στενά της Τζαμαϊκάνικης πρωτεύουσας. Η Αυτοκρατορία αποτελεί παρελθόν και οι ανεξάρτητοι πλέον μουσικοί προσεγγίζουν με δέος αυτόν τον ήχο. Κάτι από Soul, μμμ... όχι τόσο. RnB; μμμ... ούτε. Jazz ίσως; Τίποτα αλλά και όλα αυτά. Είναι μια νέα αρχή. Μια νέα συμβολή στον χάρτη της παγκόσμιας μουσικής κληρονομιάς.








Last Call - Silver Stars/(The Dynamites)
Man In The Street - Don Drummond
Baby Face - Sound Dimension
Swing Easy - Soul Vendors
Rockfort Rock - Sound Dimension
Silver Dollar - The Skatalites
Dick Tracy - The Skatalites
Real Rock - Sound Dimension
Darker Shade Of Black - Jackie Mittoo
Take Ten - Jackie Mittoo
Exodus - The Skatalites


Download mp3

24.8.09

Ά φ ρ ι k α

Photobucket

"Επειδή στην πατρίδα μου, το Μάλι, δεν υπήρχε γραπτός λόγος, 5000 χρόνια πρίν. Η ιστορία του τόπου μου, και η παράδοση των προγόνων μου διατηρήθηκε μέσα από τη μουσική. Αυτό που κάνουμε εμείς, παίρνουμε στοιχεία από το παρελθόν, τα αφομοιώνουμε στο παρόν και έτσι έρχεται το μέλλον."

Ο Toumani Diabaté έτσι όπως μας μίλησε, ή έτσι όπως τον ακούσαμε.








Jali - Vieux Diop
Nak Assarhagh - Tinariwen
Samba - Baaba Maal
Sakhadougou - Tata Dindin
Kala - Ali Farka Touré & Toumani Diabaté
Agne Anko - Kante Manfila
Tezeta - Mulatu Astatke
Assouf - Tinariwen
Je Pénse Ά Toi - Αmadou & Mariam
Woza Azania - Kevin Nathanael
Diaraby - Ali Farka Touré


Download mp3